Ανδρέας Εμπειρίκος

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975) προερχόταν από μια πλούσια οικογένεια, καθώς ο πατέρας του ήταν εφοπλιστής. Γεννήθηκε στην Μπραΐλα της Ρουμανίας, αλλά η οικογένειά του σύντομα εγκαταστάθηκε στην Ερμούπολη, και τέλος στην Αθήνα, όταν ο Εμπειρίκος ήταν επτά χρονών. Ενώ ήταν ακόμα έφηβος οι γονείς του χωρίζουν και ο ίδιος γράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας, αλλά σύντομα διακόπτει τις σπουδές του και φεύγει στη Λωζάννη όπου θα εγκατασταθεί η μητέρα του. Κατά τη διάρκεια των επόμενων χρόνων ακολούθησαν σπουδές πάνω σε διάφορους τομείς, στη Γαλλία και στο Ηνωμένο Βασίλειο -ήταν στο Παρίσι που αποφάσισε τελικά να ασχοληθεί με την ψυχανάλυση κοντά στον René Laforgue. Το 1929 μυείται  στην τεχνική της αυτόματης γραφής των σουρεαλιστών. Το 1935 δίνει τη διάσημη διάλεξη «Περί σουρεαλισμού» στην Αθήνα και εκδίδει την Υψικάμινο, ένα καθαρά σουρεαλιστικό κείμενο, ένα αιρετικό βιβλίο που χαρακτηρίζεται από την έλλειψη στίξης και την ιδιαιτερότητα της γλώσσας. Η ποίηση και το έργο του εν γένει διέπονται από δύο σημαντικές τάσεις. Αφενός, ήταν ένας από τους κύριους εκπροσώπους του σουρεαλισμού στην Ελλάδα. Αφετέρου, μαζί με τον Γιώργο Σεφέρη, ο Εμπειρίκος υπήρξε ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της γενιάς του '30. Συνέβαλε τα μέγιστα στην ένταξη του μοντερνισμού στην ελληνική λογοτεχνία.

 

Η Ελλάδα υπήρξε πάντα πηγή και προορισμός, μεταφορά, ακόμη και ένα είδος «μαύρης τρύπας», λόγω της «έλξης που ασκεί η βαρύτητά της» (όπως επεσήμανε πρόσφατα η Eleanor Antin). Υπήρξε πάντα, μαζί, ευλογία και ανάθεμα για τον λαό της. Ειδικά για όσους επιχείρησαν τα τελευταία εβδομήντα χρόνια να προσαρμόσουν τις δημιουργικές επιδιώξεις και ελπίδες τους, στην εναγώνια πραγματικότητα του ρόλου της χώρας στην ευρύτερη περιοχή και την ασταθή οικονομική της κατάσταση.

To Εμπειρίκιο έργο, συγγραφικό, φωτογραφικό, ψυχαναλυτικό, διαχειρίζεται αυτό το «ελληνικό τραύμα», συντάσσοντας με παραληρηματικό χιούμορ και αγαθή τόλμη την γενεαλογία των «της μη συμμορφώσεως Αγίων» του (ανάμεσα στους μοντέρνους «παίδες εν καμίνω», από τον Αζαρία και τον Μισαήλ, στον Έγελο και τον Μαγιακόφσκι) και προσπαθώντας να συναρμόσει το γνήσια φανταστικό με όρους απλού γεγονότος. Στον Φωτοφράκτη (κείμενο του 1960, δημοσιευμένο στην Οκτάνα) ο Εμπειρίκος συνδέει την φωτογραφική πράξη με τον ρεμβασμό, όχι σαν νοσταλγία ή επιθυμία του θανάτου, αλλά σαν συμφιλίωση με το παράξενο του χρόνου, σαν ιλιγγιώδη βύθιση στην αεικίνητη ευρυθμία των πραγμάτων. Σε μια απαράμιλλη σκηνή κηδείας, ξετυλιγόμενη στο πιο αμείλικτο λιοπύρι, στο Εις την Οδόν των Φιλελλήνων, (Οκτάνα), είναι ο ποιητής και φωτογράφος που συλλαμβάνει «αποκάλυψιν ακαριαία», τον λόγο της εξαΰλωσης της θλίψης στο ελληνικό παράδειγμα: ο κάθετος καύσωνας είναι ο λόγος της παράξενης διαύγειας, του «σφύζοντος» φωτός, και η «δόξα των Ελλήνων» είναι το ότι πρώτοι αυτοί «έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου».

 

                                                                                        Νάντια Αργυροπούλου

Φωτογραφίες

Χωρίς τίτλο, 1938-1940, C-print, τυπωμένη το 2011, παραχώρηση : Faggionato Fine Arts, London
Χωρίς τίτλο, περ.1938-1940, C-print, τυπωμένη το 2011, παραχώρηση Faggionato Fine Arts, London

Untitled (12th Istanbul Biennial), 2011 Biennale de Lyon